ΑΠΝΟΥΣ
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΑΞΙΑ
ΕΚΕΙΝΗ
Άνθρωπος
Αν ήμουνα σκοτάδι θα έκανα έρωτα στο φως
ζώντας στου σύμπαντος την άκρη, κάποιου θεού μπάσταρδος γιος
Αν ήμουν το φεγγάρι θα 'χα τα αστέρια συντροφιά
με τις πιο πολλές μου φάσεις να κρύβομαι στα σκοτεινά
Αν ήμουνα ο ήλιος θα γύριζα στον ουρανό
και κάθε αυγή θα ανασταινόμουν για να πεθάνω το δειλινό
Αν ήμουνα ο χρόνος, θα ΄μουν η αρχή του παντός
πρώτο παιδί μου θα ΄ταν ο πόνος και τελευταίο ο κεραυνός
Αν ήμουνα θεός θα 'χα την αμαρτία να με λιώνει
παρέα μου τη μοναξιά και ένα φιλί στο κούτελο να με σκοτώνει
Μα πάντα ήμουνα μια λέξη, μια λέξη που για να την βρεις
θα ΄πρεπε πρώτα να πεθάνεις και ύστερα να αναστηθείς
ΑΣΩΜΑΤΟ ΟΝ
Σαν ένας άγγελος λευκός
θέλω να τριγυρνάω
Κι όταν θα πέφτω πια νεκρός
να σιγοτραγουδάω
Ανάμεσα σ' ανθρώπους δεν μπορώ
εκεί ψηλά θέλω να πετάω
Κοντά στ' αστέρια να κοιμάμαι
κι όσα έζησα να μην θυμάμαι
ΛΕΥΚΑ ΣΗΜΑΔΙΑ
Κουρασμένα τα φτερά
δεν λένε να ανοίξουν
Καρφωμένα τα πέλματα
στο χώμα
με ρίζες αιώνιες
μοιάζουν
Γερνάω
Αυτή τη μοίρα δεν την ορίζω
Μονοπάτια χαράζει ο χρόνος
επάνω μου
Λευκά σημάδια
ΕΡΗΜΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ
Θα βρίσκομαι πάντα εκεί,
κάτω από τον έρημο ουρανό μου.
Να βλέπω τους δράκους να πετούν,
πυρώνοντας τα αστέρια
με τους φλογερούς τους ανεσταναγμούς.
Ενώ Αγγέλοι θα ψήνουν Αλθαίες.
Οι Θεοί θα βασιλεύουν
συζητώντας φιλοσοφία,
καθώς παρθένες θα κραυγάζουν.
Και τα δαχτυλίδια του Κρόνου να χορεύουν
γύρω από τον Δία.
Εκεί είναι που βρίσκομαι,
κάτω από τον έρημο ουρανό μου.
Σχεδιάζοντας τα όνειρά μου
με το μάτι ενός καλλιτέχνη,
καθώς το φτερωτό παιδί πετά βέλη
στην καρδιά του φεγγαριού.
